Κείμενο: Νίκος Κακαγιάς
Φωτογραφία Εξώφυλλου: Ευτύχης Τσαουσίδης

Υπάρχουν δρόμοι παλιοί, ξεχασμένοι, έξω από την πολύβουη ρουτίνα των ανθρώπων. Δρόμοι ορεινοί, φιδωτοί και μυστηριώδεις που άλλοτε περιμένουν μερικούς, συνήθως αλαφροίσκιωτους να ανακαλύψουν τα μυστικά τους και άλλοτε δεν οδηγούν πουθενά. Ένα τέτοιο δρόμο πήραμε εκείνο το πρωινό, νωρίς το καλοκαίρι. Νοτιοδυτικά της Κατερίνης και από το χωριό «Φωτεινά» με κατεύθυνση δυτικά ελισσόμενοι, στις υπωρείες των Πιερίων.

Ο καιρός μολυβένιος, χαμήλωνε τα μούτρα και η νέφωση  άγγιζε τις κορφές των δένδρων συνθέτοντας σκηνικό γοτθικό. Λίγη φαντασία να είχες- εμείς βέβαια την έχουμε μπόλικη-  έβλεπες να περνούν  εικόνες που στοίχειωναν τα παιδικά μας όνειρα με λάμιες και ξωτικά. Περάσαμε τα «Σκοτεινά» που φώς ήλιου δεν τα βλέπει και ήταν η αιτία που πήραν των οματιών τους οι κάτοικοι και κτίσανε με ολοφάνερη σαρκαστική διάθεση τα «Φωτεινά».

Πήραμε και μείς τον δρόμο που ανηφορίζει μέσα στο σκοτεινό πράσινο και σαν σε καράβι κλυδωνιζόμενοι από τον δρόμο που ΄παιρνε την εκδίκηση του, βάλαμε πλώρη να φτάσουμε στο ακροτελεύτιο χωριό των Πιερίων στα 1300 μέτρα.

 

   Υπάρχουν δρόμοι παλιοί, ξεχασμένοι, έξω από την πολύβουη ρουτίνα των ανθρώπων. Δρόμοι ορεινοί, φιδωτοί και μυστηριώδεις που άλλοτε περιμένουν μερικούς, συνήθως αλαφροίσκιωτους να ανακαλύψουν τα μυστικά τους και άλλοτε δεν οδηγούν πουθενά. Ένα τέτοιο δρόμο πήραμε εκείνο το πρωινό, νωρίς το καλοκαίρι. Νοτιοδυτικά της Κατερίνης και από το χωριό «Φωτεινά» με κατεύθυνση δυτικά ελισσόμενοι, στις υπωρείες των Πιερίων. Ο καιρός μολυβένιος, χαμήλωνε τα μούτρα και η νέφωση  άγγιζε τις κορφές των δένδρων συνθέτοντας σκηνικό γοτθικό. Λίγη φαντασία να είχες- εμείς βέβαια την έχουμε μπόλικη-  έβλεπες να περνούν  εικόνες που στοίχειωναν τα παιδικά μας όνειρα με λάμιες και ξωτικά.  

  Περάσαμε τα «Σκοτεινά» που φώς ήλιου δεν τα βλέπει και ήταν η αιτία που πήραν των οματιών τους οι κάτοικοι και κτίσανε με ολοφάνερη σαρκαστική διάθεση τα «Φωτεινά». Πήραμε και μείς τον δρόμο που ανηφορίζει μέσα στο σκοτεινό πράσινο και σαν σε καράβι κλυδωνιζόμενοι από τον δρόμο που ΄παιρνε την εκδίκηση του, βάλαμε πλώρη να φτάσουμε στο ακροτελεύτιο χωριό των Πιερίων στα 1300 μέτρα.

«Φτέρη» έλεγε στην στροφή η πινακίδα και φάνηκαν οι κόκκινες κεραμοσκεπές σκόρπιες στην πλαγιά, μέσα στο πιο πράσινο  που είδαν ποτέ τα μάτια μας. Το χωριό φιλοξενεί καμιά πενηνταριά νοματαίους από Μάιο μέχρι Οκτώβρη, που ασχολούνται με την κτηνοτροφία. Η σχεδόν βεβαιότητα ότι θα συναντήσουμε ένα εγκαταλειμμένο χωριό σαν κι αυτά που μετά μανίας φωτογραφίζουμε, κατέρρευσε όταν διαπιστώσαμε περιποιημένα κονάκια και αυλές μυρωδάτες να μαρτυρούν ανθρώπινη φροντίδα κι αγάπη.                 

Παλιό βλαχοχώρι που γέννησε ηρωικούς αγωνιστές, όπως ο Γιωργάκης Ολύμπιος και οι Λαζαίοι κάηκε-από ποιους άλλους- τους Γερμανούς, γιατί λέει, πρόσφερε καταφύγιο στους αντάρτες. Οι κάτοικοι κατέβηκαν στον κάμπο και ίδρυσαν άλλο χωριό, την «Καρίτσα». Οι κλήροι τους όμως έμειναν και αυτοί ξαναγυρνώντας, αποκατέστησαν το χωριό τους όπως οι μνήμες τους όριζαν. Ξαμολυθήκαμε και ‘μείς ανά τις ρούγες και τις ατραπούς και τα κλείστρα πήραν φωτιά.

Η φύση αναστέναζε και η ανάσα της γέμιζε τους λόγγους και τις ρεματιές δημιουργώντας σκηνικά απίστευτης ομορφιάς και ‘μείς συνεπαρμένοι στήσαμε χορό παρέα με μαινάδες και σάτυρους, στο κατόπι του σουραυλιού του Πάνα. Η φωνή του Δήμου – αλά Jiminy Cricket – διέκοψε τα βουκολικά μας όνειρα και μας θύμισε πως ο δρόμος έχει μπροστά του την ιστορία.

   «Φτέρη» έλεγε στην στροφή η πινακίδα και φάνηκαν οι κόκκινες κεραμοσκεπές σκόρπιες στην πλαγιά, μέσα στο πιο πράσινο  που είδαν ποτέ τα μάτια μας. Το χωριό φιλοξενεί καμιά πενηνταριά νοματαίους από Μάιο μέχρι Οκτώβρη, που ασχολούνται με την κτηνοτροφία. Η σχεδόν βεβαιότητα ότι θα συναντήσουμε ένα εγκαταλειμμένο χωριό σαν κι αυτά που μετά μανίας φωτογραφίζουμε, κατέρρευσε όταν διαπιστώσαμε περιποιημένα κονάκια και αυλές μυρωδάτες να μαρτυρούν ανθρώπινη φροντίδα κι αγάπη.                 

   Παλιό βλαχοχώρι που γέννησε ηρωικούς αγωνιστές, όπως ο Γιωργάκης Ολύμπιος και οι Λαζαίοι κάηκε-από ποιους άλλους- τους Γερμανούς, γιατί λέει, πρόσφερε καταφύγιο στους αντάρτες. Οι κάτοικοι κατέβηκαν στον κάμπο και ίδρυσαν άλλο χωριό, την «Καρίτσα». Οι κλήροι τους όμως έμειναν και αυτοί ξαναγυρνώντας, αποκατέστησαν το χωριό τους όπως οι μνήμες τους όριζαν. Ξαμολυθήκαμε και ‘μείς ανά τις ρούγες και τις ατραπούς και τα κλείστρα πήραν φωτιά. Η φύση αναστέναζε και η ανάσα της γέμιζε τους λόγγους και τις ρεματιές δημιουργώντας σκηνικά απίστευτης ομορφιάς και ‘μείς συνεπαρμένοι στήσαμε χορό παρέα με μαινάδες και σάτυρους, στο κατόπι του σουραυλιού του Πάνα. Η φωνή του Δήμου – αλά Jiminy Cricket – διέκοψε τα βουκολικά μας όνειρα και μας θύμισε πως ο δρόμος έχει μπροστά του την ιστορία.

Ιστορία ανηφορική μέχρι τον αυχένα των Πιερίων και από κει κατήφορος. «Αλτ» αναφώνησε ο Χάρης στη μέση του δάσους, και ‘μείς υπάκουοι σταματήσαμε να θαυμάσουμε και να φωτογραφίσουμε τα ψηλόλιγνα γεμάτα υγρασία πεύκα. Αυτός όμως ψαχούλεψε την τσάντα του κι έβγαλε ένα φλας κι ορίζοντας τον Δήμο και τον Βασίλη ως μοντέλα και τον Σωτήρη ως φωτιστή μας αποκάλυψε ένα – δυό μυστικά για το πορτραίτο και τον τεχνητό φωτισμό.

Ο δρόμος συνέχισε το ίδιο στριφογυριστός με πριν, μέχρι να αναφωνήσουμε το πρώτο Αα! στην καταπληκτική θέα του Αλιάκμονα και την εύφορη κοιλάδα του. Το δεύτερο επιφώνημα ακολούθησε την χάρη που μας έκανε ο ήλιος να ξεμυτίσει ανάμεσα στα σύννεφα και οι ακτίνες του διαπερνώντας το θαμπό σκηνικό, πρόσφεραν ένα αβέβαιο και συναρπαστικό θέαμα. Διασκορπιστήκαμε και ‘μείς και αποτυπώσαμε ότι μας προσφέρονταν απλόχερα. Ο στόχος άρχισε να διακρίνεται εκεί που ξεκινούσε η κούρμπα της γέφυρας Πολυφύτου και μετά από μια ώρα σταθμεύσαμε στην άκρη του δρόμου κι ατενίσαμε το Παλαιογράτσανο και την Μονή του Αγίου Νεκταρίου. Λίγο μετά φάνηκαν μπροστά μας τα πρώτα σπίτια του ιστορικού Βελβενδού που βαλθήκαμε να φτάσουμε από το πρωί.

Παλιά κωμόπολη από τα Ρωμαϊκά χρόνια που το όνομα της χάνεται σε θρύλους και εικασίες, μα διατηρεί ακέραιο τον πληθυσμό της από την πρώτη απογραφή το 1928. Τρεισήμισυ χιλιάδες ψυχές από τότε, έστησαν μια κώμη χάρμα ειδέσθαι, τόσο πολύ, που στο τέλος αναφωνήσαμε «…δεν μπορεί αυτό να συμβαίνει στην Ελλάδα». Καθαριότητα και νοικοκυροσύνη παντού, αυλές περιποιημένες και δρόμοι στρωμένοι όλοι, μα όλοι, με κυβόλιθους και πέτρινα παλιά αρχοντικά ανάκατα με νεοκλασικά συνέθεταν αυτό που οι επαίοντες  χαρακτηρίζουν χαρά του φωτογράφου και ‘μείς βαλθήκαμε να το αποδείξουμε.

Ανακατευτήκαμε με τους φιλόξενους και προσηνείς ντόπιους στην λαϊκή τους αγορά και αφήσαμε τα χρώματα κι αρώματα να οδηγήσουν τον εικαστικό μας οίστρο. Περιδιαβήκαμε στενά και θαυμάσαμε περιποιημένα αρχοντικά, που μαρτυρούσαν κλέος που δεν έσβησε ακόμη. Περίεργο, πόσο πολύ κρατήθηκε ζωντανή  η ιστορία τούτου του τόπου και μείς τιμώντας την, στηθήκαμε για το αναμνηστικό μας ενσταντανέ στην αυλή του πετρόκτιστου λυκείου.      

Παλιά κωμόπολη από τα Ρωμαϊκά χρόνια που το όνομα της χάνεται σε θρύλους και εικασίες, μα διατηρεί ακέραιο τον πληθυσμό της από την πρώτη απογραφή το 1928. Τρεισήμισυ χιλιάδες ψυχές από τότε, έστησαν μια κώμη χάρμα ειδέσθαι, τόσο πολύ, που στο τέλος αναφωνήσαμε «…δεν μπορεί αυτό να συμβαίνει στην Ελλάδα». Καθαριότητα και νοικοκυροσύνη παντού, αυλές περιποιημένες και δρόμοι στρωμένοι όλοι, μα όλοι, με κυβόλιθους και πέτρινα παλιά αρχοντικά ανάκατα με νεοκλασικά συνέθεταν αυτό που οι επαίοντες  χαρακτηρίζουν χαρά του φωτογράφου και μείς βαλθήκαμε να το αποδείξουμε.

Ανακατευτήκαμε με τους φιλόξενους και προσηνείς ντόπιους στην λαϊκή τους αγορά και αφήσαμε τα χρώματα κι αρώματα να οδηγήσουν τον εικαστικό μας οίστρο. Περιδιαβήκαμε στενά και θαυμάσαμε περιποιημένα αρχοντικά, που μαρτυρούσαν κλέος που δεν έσβησε ακόμη. Περίεργο, πόσο πολύ κρατήθηκε ζωντανή  η ιστορία τούτου του τόπου και μείς τιμώντας την, στηθήκαμε για το αναμνηστικό μας ενσταντανέ στην αυλή του πετρόκτιστου λυκείου.      

Πέρασε στο τέλος η ώρα και αποφασίσαμε αυτό που εν κατακλείδι συμβαίνει πάντα. Αυτή την φορά φθάσαμε στην αρχή του Φαραγγιού των Εννέα Πιερίδων Μουσών 2,5 χλμ. βόρεια του χωριού και ξετυλίξαμε καρό τραπεζομάντηλο – τρόπος του λέγειν – χάρτινο ήταν, κεφτεδάκια δεν είχαμε, τον Σωτήρη και τον Δήμο είχαμε, που με τους χειροποίητους μεζέδες και το τσίπουρο έκλεισαν τα κενά στις προσδοκίες όλων μας και επαναπροσδιόρισαν το σκοπό της παρέας.

Μήπως τελικά η φωτογραφία είναι πρόσχημα;