Κείμενο: Χάρης Πουρουζίδης
Φωτογραφία Εξώφυλλου: Ευτύχιος Τσαουσίδης

Η παρέα προσμονούσε με ανυπομονησία τον Μάϊο. Είχε βλέπετε καταστρώσει σχέδια για εξόρμηση σε μέρη γνωστά και άγνωστα και παρόλο που η συμμετοχή ήταν χαμηλή ο ενθουσιασμός παρέμενε υψηλός.

Οι καιρικοί οιωνοί αν και απειλητικοί πριν την αναχώρηση του θρυλικού Ignis δεν πτόησαν το ηθικό κι έτσι για άλλη μια φορά μας βρήκε το χάραμα στο δρόμο. Το ταξιδιωτικό μενού που μας μαγείρεψε ο «σεφ» περιείχε ως κυρίως πιάτο το Melnik, λίγο από Rozhen και Blagoevgrad, και για επιδόρπιο την εκπληκτική Rila.

- Melnik (Μελένικο) -

Αφήσαμε σύννεφα στα νώτα μας και περάσαμε τα σύνορα χωρίς έλεγχο για πρώτη φορά αφού πλέον από αρχή του έτους η Βουλγαρία εντάχθηκε και επίσημα στη ζώνη Σένγκεν. Περίεργο το συναίσθημα της διάβασης με τους άλλοτε πολυάσχολους γκισέδες να απομένουν πια κλεισμένοι και μοναχικοί μα στο τέλος αρχίσαμε να νιώθουμε πιο κοντά στου γείτονές μας που γεωγραφία και ιστορία μας ενώνει ποικιλοτρόπως. Μισή ώρα πριν φτάσουμε στο Melnik γείραμε το κεφάλι και σουφρώσαμε τα μάτια προσπαθώντας να καταλάβουμε (αλλά και να απολαύσουμε) το σουρεαλιστικότατο άγαλμα της Αφροδίτης εν μέσω αγρού. Χειρόφρενο και στάση για φωτογραφίες και όλως τυχαίως γνωριμία και με τον ιθύνοντα του έργου που ετοιμάζει κατάλυμα με το όνομα της αρχαίας θεάς της ομορφιάς πέρα από του λόφους. Λίγο αργότερα μας υποδέχτηκε το χωριό του Melnik με τα πετρόχτιστα σπίτια του, το καλντερίμι και το χωματόδρομο και τα γρανάζια των αναμνήσεων μπήκαν σε λειτουργία. Τίποτα δεν είχε αλλάξει από την τελευταία φορά που κάποιοι από την παρέα το είχαν επισκεφθεί εκτός από τα ανθισμένα παρτέρια γεμάτα πολύχρωμα λουλούδια που οι δροσοσταλίδες της χθεσινής βροχής άφηναν μαγευτικά τα χνάρια της δροσιάς τους. Οι εικόνες μια ευχάριστη επανάληψη από την αρχή του χωριού ως ψηλά στα βυζαντινά τείχη στη βορεινή απόληξή του.

«Αντέχεις μικρή πεζοπορία στο βουνό νεαρέ;» με ρώτησε ο Δημοσθένης και έτσι χωριστήκαμε για λίγη ώρα από τους άλλους δυο. Διασχίσαμε το καταπράσινο δάσος και σύντομα βρεθήκαμε σε ένα μικρό ξωκλήσι όπου η μαγική πανοραμική θέα με τις ψαμμώδεις πυραμίδες που είναι το γεωλογικό σήμα κατατεθέν της περιοχής αποζημίωσε μυαλό και μηχανές. Επιστρέφοντας στο χωριουδάκι τα πλήθη ήδη άρχισαν να μεγαλώνουν και το καφεδάκι ήταν σύντομο πριν βαδίσουμε προς τη μεγάλη ατραξιόν το αρχοντικό του Κορδόπουλου. Το οινοποιείο/μουσείο είχε αναβαθμιστεί λιγάκι από την τελευταία μας επίσκεψη με περισσότερα αντικείμενα και έπιπλα καθώς και οπτικοακουστικό υλικό που δυστυχώς δεν καταλαβαίναμε λόγω διαφοράς γλώσσας. Η ζωή του άρχοντα, αποτυπωμένη σε διάφορα σημεία, μαρτυρά μια πορεία οικονομικής και κοινωνικής επιτυχίας, αφήνοντας στη φαντασία μας την εικόνα της αναστηλωμένης αίγλης του αρχοντικού και του τόπου.

Το μεσημέρι είχε ήδη φτάσει και τ’ αρχέγονο καμπανάκι για επιβίωση ξεκίνησε να σημαίνει καθώς κατηφορίσαμε από το αρχοντικό προς τις ταβέρνες με τα κόκκινα καρό τραπεζομάντηλα. Το τραπέζι μας σύντομα γέμισε με δυο παραδοσιακές πιατέλες sach, σαλάτα shopska, τοπικό χωριάτικο λουκάνικο (lukanka) , ντόπιο κόκκινο κρασί και τα πιο πλατιά χαμόγελα που θα μπορούσαμε να έχουμε. Τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μνημονεύοντας τους φίλους που έμειναν πίσω στην πατρίδα με ευχές για περισσότερα ταξίδια και αναχωρήσαμε στην καρδιά του μεσημεριού για το μοναστήρι του Ροζινού.

- Rozhen (Μονή Ροζινού) -

Στους πρόποδες του όρους Πίριν το μοναστήρι του Rozhen , παλαιό αγιορείτικο μετόχι, στέκει εκεί όρθιο από τα μεσαιωνικά χρόνια καθώς ταφικές μαρτυρίες το χρονολογούν στα μέσα του 13ου αιώνα. Βρήκαμε στο διάβα του κατωφλιού του χρυσάφι τυλιγμένο από σιωπή, γαλήνη και εσωτερική αναζήτηση. Οι εικόνες λιγοστές μα γεμάτες από την ιστορία που κρύβουν οι τοίχοι και η αυλή του μοναστηριού. Δε ανταλλάξαμε πολλές κουβέντες στον προαύλιο χώρο μιας και αφήσαμε το νοητικό ταξίδι στο χρόνο να μιλήσει για εμάς και με εμάς.

- Blagoevgrad (Άνω Τζουμαγιά) -

Νωρίς το απόγευμα βρεθήκαμε έξω από την πόλη του Blagoevgrad και ο δορυφορικός οδηγός μας μάς στάθμευσε επιτυχώς μπροστά στο κατάλυμά μας. Εγκατασταθήκαμε και μετά από σύντομη ξεκούραση βγήκαμε ξανά στο μεϊντάνι να εξερευνήσουμε το ιστορικό κέντρο. Η πόλη που διχοτομείται από τον ποταμό Στρυμόνα ήταν ευχάριστη στο μάτι, με φαρδύς δρόμους και πεζόδρομους, κατάφυτη στο πράσινο και γεμάτη από ζωή. Δυο πανεπιστήμια την κοσμούν με τους φοιτητές να γεμίζουν τις πλατείες, δίνοντας την αίσθηση ότι ανασαίνει η πόλη μέσα από τη νιότη τους. Από ιστορικής άποψης το Blagoevgrad χάνεται στα βάθη της αρχαιότητας με τον ελληνιστικό οικισμό Σκαπτοπάρα να αναπτύσσεται πάνω σε αρχαιότερο Θρακικό περί το 300 π.Χ. Οι αυτοκρατορίες άφησαν το στίγμα τους πάνω στην πόλη καθώς πέρασε από τη Ρωμαϊκή στη Βυζαντινή και τέλος στην Οθωμανική με αρκετά ιστορικά ευρήματα και αναφορές από όλες τους. Στο λιγοστό χρόνο που ξοδέψαμε εκεί επικεντρωθήκαμε στην παλιά ιστορική συνοικία του 19ου αιώνα και στον πεζόδρομο όπου η τελευταία δέσμη φωτός μας οδήγησε σε ένα εξαιρετικό μπαράκι για μια μπύρα κλείνοντας έτσι μια πολύ γεμάτη ημέρα.

- Rila -

Το επόμενο πρωί, ως είθισται το ξυπνητήρι χτύπησε νωρίς, και μας βρήκε να χαζολογάμε στα τραπεζάκια του ξενοδοχείου παίρνοντας ένα καλό πρωϊνό γεύμα. Επιβιβαστήκαμε στο αυτοκίνητο και κινηθήκαμε βορειοανατολικά ως τη μονή του Αγ. Ιωάννου τη μεγαλύτερη Ορθόδοξη στη Βουλγαρία γνωστή και ως μοναστήρι Rila. Στη διαδρομή μας κράτησε παρέα για αρκετή ώρα ο Στρυμόνας με την καταπράσινη φύση γύρω του και σε 1 ώρα περίπου φτάσαμε έξω από τα επιβλητικά τείχη του μοναστηριού. Δεκάδες παράθυρα τα κοσμούσαν και στο κέντρο μια μικρή αψιδωτή πύλη μας προσκαλούσε στον εσωτερικό χώρο. Η ιστορία του ξεκινά στα βάθη του 9ου – 10ου αιώνα όπου σύμφωνα με την παράδοση ζούσε σε μια σπηλιά εκεί κοντά ο ερημίτης Αγ. Ιωάννης της Rila. Κατά την ηγεμονία του Τσάρου Πέτρου Ι μαθητές του αγίου έχτισαν τα πρώτα κτήρια του ναού περί το 927 μ.Χ. Μέσα από τους αιώνες η μονή κάηκε και ανακαινίστηκε αρκετές φορές αλλά παρέμεινε μεγάλο θρησκευτικό μνημείο για τους ανθρώπους της Βουλγαρίας μέχρι να λάβει την τελική της μορφή κατά τη Εθνική Βουλγαρική Αναβίωση το 19ο αιώνα.
Με την είσοδο στην αυλή εντυπωσιαστήκαμε από το ύψος του μοναστηριού που αριθμεί 4 ορόφους περιμετρικά μαζί με το ισόγειο. Στο κέντρο της ακούγονταν η Κυριακάτική λειτουργία από το καθολικό με τους πέντε θόλους αλλά λόγω της μέρας και της ώρας ο σεβασμός μας στο χώρο ήταν μεγαλύτερος από την επιθυμία μας να φωτογραφίσουμε το εσωτερικό του. Στην αριστερή του πλευρά υψώνονταν ένας οκτάγωνος πύργος με το ρολόι και τις καμπάνες λες και ξεπήδησε από μυθιστόρημα του Umberto Eco. H διακόσμηση των τοίχων ήταν πρωτότυπη (αν και μας είχε προϊδεάσει η εκκλησία στο Blagoevgrad) με το λευκό και το μαύρο να κυριαρχούν και ζωγραφιές να κοσμούν τα διάκενα μεταξύ των αμέτρητων αψίδων. Τα σκαλιά και τα κάγκελα ήταν ξύλινα προσδίδοντας μια ακόμα πινελιά ιστορικότητας στο χώρο. Αξίζει να σημειώσουμε ότι εδώ βρίσκεται και ο τάφος, αφού πέρασε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του ως δάσκαλος και ηγούμενος αργότερα, του Neofit Rilski μιας σημαντικής προσωπικότητας των γραμμάτων της Βουλγαρίας. Η ώρα προχώρησε δίχως να το καταλάβουμε και κάπως έτσι δόθηκε το σύνθημα της επιστροφής με το μυαλό μας να αναρωτιέται πως θα έμοιαζε η μονή με το φως του δειλινού και τους 60 μοναχούς να ζουν τη καθημερινότητα τους μέσα στα τείχη.

- Επίλογος -

Σε μια εποχή που τα σύνορα της ψυχής συχνά μοιάζουν πιο αδιαπέραστα από τα γεωγραφικά, τούτο το ταξίδι μάς υπενθύμισε πως το πραγματικό νόημα της περιπλάνησης δεν μετριέται σε χιλιόμετρα. Δεν είναι οι χώρες που αλλάζεις, αλλά οι ματιές που ανταλλάσσεις, οι σιωπές που μοιράζεσαι, οι στιγμές που σου δίνουν την αίσθηση πως δεν υπάρχει «εκεί» και «εδώ» — μόνο εμείς. Περάσαμε σύνορα χωρίς ελέγχους, αλλά ακόμα πιο σημαντικό: αφήσαμε πίσω τους φραγμούς της καθημερινότητας, της ρουτίνας, των πρέπει. Κάθε χιλιόμετρο ήταν μια υπενθύμιση ότι το ταξίδι δεν τελειώνει στην τελευταία στάση. Συνεχίζεται μέσα μας, σε κάθε ανάμνηση που μας αλλάζει, σε κάθε τόπο που γίνεται κομμάτι μας. Γιατί τελικά, τα πιο αληθινά ταξίδια είναι εκείνα που σε οδηγούν σε κόσμους χωρίς σύνορα — και σε έναν εαυτό λιγάκι πιο ελεύθερο.