Φωτογραφία εξώφυλλου: Δάνης Παπαγιαννούλης
Κείμενο: Νίκος Κακαγιάς
Επιμέλεια: Χάρης Πουρουζίδης

Η σιωπή άπλωνε τα παγωμένα της δάχτυλα πάνω στο καθρέπτη της λίμνης και κείνη ανασαίνοντας ανεπαίσθητα για να μην κλονίσει την καθεστηκυία τάξη άφηνε να διακρίνεται λεπτή γραμμή η ανάσα της, στα ριζά του επιβλητικού Βαρνούντα που σαν βιγλάτορας επόπτευε την παγωμένη κοιλάδα. Τα λιγοστά χαμηλά σπίτια με το ζόρι στήριζαν τον ισχυρισμό του χωριού και άφηναν πεδίο ενδιαφέροντος ό,τι η λίμνη πρόσφερε, καθώς οι πρώτες ακτίνες του ήλιου εγκαταλείποντας την κορφή του Τρικλάριου, ζωγράφιζαν τις αντανακλάσεις του ταπεινού τόπου.
Νίκος Κακαγιάς

Σκορπίσαμε τριγύρω και δυο κοπρίτες ενοχλημένοι μας γάβγισαν βαριεστημένα. Ο γέρο ψαράς έδειξε στιγμιαίο ενδιαφέρον μουρμουρίζοντας ακατάληπτα και συνέχισε να ξεψαρίζει την μάλλον φτωχή του ψαριά. Κυπρίνοι τσιρόνια και πεταλούδες ήταν τα πιο συχνά, μα φτώχυνε η λίμνη και δεν απόμειναν πολλοί να ψάχνουν το μεροκάματο στα νερά της. Το σκαμμένο πρόσωπο του ξωμάχου πρόσφερε μια αφορμή για να αποτυπώσουμε την ζωή που απέμεινε στον δόλιο τούτο τόπο. Μικρολίμνη έλεγε, καθώς τον αφήναμε και λιγοστά τα πλάνα που μας πρόσφερε μαζί με την λιγωτική ομορφιά της εγκατάλειψης.

Εγκαταλείψαμε το παρόχθιο οικισμό για έναν ακόμη πιο ερημικό στα ανατολικά, με το υπαινικτικό «Οξυά» σαν επιθυμία περισσότερο, να αναγράφει στο έμπα του. Μόνο η υγρασία και το υποδόριο ψύχος μας καλωσόρισαν μαζί με δυο-τρία χαλάσματα και γρήγορα αποχωρήσαμε, μην και ταράξουμε την ακινησία. Ο ήλιος ανέβαινε αδιάφορος ψηλά όταν φθάσαμε στο λιγότερο άγνωστο και τρόπον τινά επίνειο της μεγάλης αδελφής. Οι λιπόσαρκες αγελάδες που έβοσκαν στο λιβαδάκι δεν μας έδωσαν ιδιαίτερη σημασία, παρά την στεντορεία ετυμηγορία του γηραιότερου ότι αποτελούν προστατευμένο είδος σαν λιγοστά απομεινάρια της βραχυκερατικής Ελληνικής φυλής.

Ο δρόμος οδηγούσε στο λιμανάκι και μετά σύντομη αυτοψία του χώρου αφεθήκαμε στην πλοηγική δεινότητα του Θωμά, που μας ανακάτεψε τα μαλλιά αυξομειώνοντας ταχύτητα με το σκάφος του. Κάτι ο αέρας, κάτι ο μεσημεριανός ήλιος που λαμπύριζε στα ακίνητα νερά της μεγάλης Πρέσπας ανέβασε την διάθεση που γουργούριζε σε χαμηλές στροφές από το πρωί. Οι λιγοστοί πελεκάνοι έδωσαν εξαιρετικά πλάνα με χαμηλές αιωρήσεις στις σκιές και τις αντανακλάσεις της χιονοσκεπούς Γκαλίτσιτσα από την απέναντι πλευρά της ελληνικής όχθης. Φάνηκαν και τα εγκαταλειμμένα ασκηταριά στην βραχώδη νότια πλευρά της λίμνης και μια κάποια απογοήτευση για το σκληρό μεσημεριάτικο φως που δεν διέγραφε σωστά τα περιγράμματα εξανεμίστηκε πάραυτα, στην επισήμανση του καπετάνιου ότι θα τα δούμε και με το απογευματινό φώς. Για αποζημίωση μας αποβίβασε σε υποτυπώδη προβλήτα για να χαθούμε ανεβαίνοντας μπόλικα σκαλιά χωμένοι στις σκιές της βαθειάς χαρακιάς στο βράχο.

Με την γλώσσα σε κοινή θέα και την ασθμαίνουσα αναπνοή που τεχνηέντως προσπαθούσε να κρυφτεί, σταθήκαμε όλο απορία για το κίνητρο που υπαγόρευσε τέτοιου είδους ευρήματα. Η πίστη είπε κάποιος, ο φόβος, κάποιος άλλος αφήνοντας μας μετέωρους ανάμεσα σε εικασίες και ιστορικές μαρτυρίες. Εν κατακλείδει αυτό που αφήνει ανεξίτηλη την σφραγίδα του στο νέφος της αβεβαιότητας είναι ίσως η άποψη της απροβλεπτότητας στην ροή της ιστορίας των ανθρώπων. Σαν την σπηλιά του Πλάτωνα μοιάζει, ή σαν μήτρα που επιφυλάσσει την απίστευτη ομορφιά του φωτός στα μάτια του έκθαμβου νεογνού ήταν οι σκόρπιες σκέψεις που έδωσαν νόημα στις εικόνες που κατέγραψαν οι ψυχές πρώτα και οι μηχανές μετά. Παναγία Ελεούσα ήταν η μάνα που φύλαξε τα μυστικά της μέχρι σήμερα και το ασκηταριό της ήταν ότι πιο εντυπωσιακό μας επιφύλαξε το οδοιπορικό μας.

Το απογευματινό φως δικαίωσε τον Θωμά και αποζημίωσε την φωτογραφική μας ματιά καταγράφοντας πράγματα και αντανακλάσεις που άλλαξαν εκ βάθρων την πρωινή εντύπωση. Οι «Ψαράδες» έμοιαζαν εξ ίσου γοητευτικοί στο σούρουπο που τους έλουζε και απάλειφε τις όποιες ατέλειες στην αρχική τους εντύπωση. Το βράδυ μετά το χορταστικό γεύμα στην οικογενειακή ταβέρνα, ξετύλιξε το νήμα της παλιάς μας γνώριμης συνήθειας, αυτής που κρύβονταν στο πρόσχημα της φωτογραφική μας εξερεύνησης απ΄ανέκαθεν. Βολικοί συνοδοιπόροι στην πορεία των αναμνήσεων οι ιδιοκτήτες του φιλόξενου ξενώνα που μαζί με τους ατμούς του οινοπνεύματος ξετύλιξαν πόθους και αγωνίες στην δική τους δεδηλωμένη απόφαση να μείνουν εκεί, κόντρα στα κελεύσματα των δύστηνων καιρών.

Ο καφές του επόμενου πρωινού συνοδεύτηκε από χειροποίητη πίτα της κυρούλας του μοναδικού καφε-μπακάλικου της περιοχής και μας άνοιξε τα μάτια για να βρούμε τον δρόμο για το νησί του Αγ. Αχιλλείου στην αγκαλιά της μικρής Πρέσπας. Πλούσιο το ιστορικό παρελθόν του νησιού που είχε επιλέξει για θρησκευτικό κέντρο ο Βούλγαρος Σαμουήλ που ήταν και ο κτήτωρ του ομώνυμου ναού. Έκτοτε πολύ αίμα χύθηκε και οι καιροί άλλαξαν τα πράγματα κατά πως βολεύει τους ίδιους. Ο ναός, σώζεται σε ερείπια στην βόρεια ακτή του νησιού σε αιώνια ενατένιση του χιονοσκεπούς Βαρνούντα. Η πορεία της παρέας διέγραψε την νοητή κορυφογραμμή του ήπιου αναγλύφου του νησιού μέχρι του μνημείου του μεγάλου σταυρού στα ανατολικά. Το νησί δεν αριθμεί πάνω από πενήντα άτομα και εκτός από το ισχνό ζωικό του κεφάλαιο έχει τον τουρισμό ως προσπορισμό. Ένα περιποιημένο οίκημα στο τέλος της ξύλινης πλωτής γέφυρας που συνδέει τον τόπο με την βόρεια όχθη, αναλαμβάνει έργο ξενώνα και εστίασης και εκεί ξαποστάσαμε για ένα φλιτζάνι αρωματικό τσάι.

Ο δρόμος έκοβε βορειανατολικά προς τις δυτικές υπώρειες του χιονοσκεπούς Βαρνούντα που τον χωρίζει η τεχνητή γραμμή σε δύο κομμάτια. Ο «Αγ. Γερμανός» και τα πετρόχτιστα αρχοντικά του ήταν ο προορισμός. Το χωριό λογίζεται ως κεφαλοχώρι της περιοχής συγκεντρώνοντας τους θεσμούς και τις υπηρεσίες της περιοχής μαζί με καμιά διακοσαριά νοματαίους. Λιγοστοί οι κάτοικοι στις πέτρινες ρούγες και ο αστυνομικός που έπλενε τις πέτρες του δρόμου μας πληροφόρησε πως η διάνοιξη του περάσματος στα σύνορα με τους από κει «…όχι δεν προβλέπεται να ανοίξει την επόμενη χρονιά.», βάζοντας τέλος στις προσδοκίες των ανθρώπων κι από τις δυο πλευρές της γραμμής.

Επίλογος

Ο γυρισμός μας βρήκε σιωπηλούς με την σκέψη πως οι τόποι δεν είναι ξεχασμένοι αλλά οι μνήμες είναι ρηχές και κοντές οι ματιές της προοπτικής. Οι λίγοι που επέλεξαν να μένουν σ΄ αυτούς τους όμορφους τόπους είναι η ελπίδα τους και η διέξοδος από την μιζέρια που οι επιλογές άλλων επιφύλαξαν.

Λίγα λόγια
απ'τους Ψαράδες

Υπάρχουν τόποι, που απλώς τους επισκέπτεσαι….και υπάρχουν τόποι που τους νιώθεις. Οι Πρέσπες, λοιπόν, ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία.

Στην ακριτική γωνιά της Δυτικής Μακεδονίας, στο Βορειοδυτικότερο άκρο της Ελλάδας, εκεί όπου η Ελλάδα αγγίζει δύο χώρες και η φύση παραμένει αυθεντική και ανεπιτήδευτη, οι Πρέσπες περιμένουν τον επισκέπτη να ανακαλύψει έναν από τους πιο εντυπωσιακούς προορισμούς της χώρας. Η Μικρή και η Μεγάλη Πρέσπα συνθέτουν ένα τοπίο μοναδικής ομορφιάς, που συνδυάζει τη γαλήνη με μια πλούσια βιοποικιλότητα, αλλά και εικόνες που χαράζονται ανεξίτηλα στη μνήμη κάθε επισκέπτη. Οι λίμνες των Πρεσπών αποτελούν έναν αληθινό παράδεισο για όσους αγαπούν τη φύση, την ηρεμία και τις αυθεντικές εμπειρίες. Καθαρά νερά, καταπράσινες πλαγιές, παραλίμνια χωριά και σπάνια είδη πουλιών δημιουργούν ένα από τα σημαντικότερα οικοσυστήματα της Ευρώπης, κάνοντας το σκηνικό ξεχωριστό κάθε εποχή του χρόνου. Εδώ, ο επισκέπτης δεν έρχεται απλώς για να δει ένα όμορφο τοπίο, έρχεται για να το ζήσει.

Ιδιαίτερη γοητεία ασκεί η Μικρή Πρέσπα, με το εμβληματικό νησάκι του Αγίου Αχιλλείου και τη σύγχρονη πεζογέφυρα που οδηγεί σε έναν τόπο γεμάτο ιστορία, γαλήνη και μοναδική θέα. Η Μεγάλη Πρέσπα, πιο άγρια και επιβλητική, χαρίζει απλόχερα εικόνες σπάνιας φυσικής ομορφιάς και προσφέρεται για στιγμές χαλάρωσης και ηρεμίας.

Οι Πρέσπες είναι ιδανικός προορισμός για αποδράσεις καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Πεζοπορία μέσα σε παρθένα φυσικά τοπία, ποδηλατικές διαδρομές, παρατήρηση πουλιών, φωτογραφικές εξορμήσεις και βαρκάδες στα Βυζαντινά μνημεία συνθέτουν μια εμπειρία που ικανοποιεί ακόμα και τον πιο απαιτητικό επισκέπτη. Την άνοιξη και το καλοκαίρι η περιοχή γεμίζει χρώματα και ζωή, ενώ το φθινόπωρο και ο χειμώνας χαρίζουν μια ατμόσφαιρα πιο ήσυχη, σχεδόν μυστηριακή.

…Και όταν η εξερεύνηση ολοκληρωθεί, ακολουθεί η γευστική εμπειρία στο τραπέζι. Η τοπική κουζίνα βασισμένη σε πρώτη ύλη κατευθείαν από τη γη και τη λίμνη, προσφέρει γεύσεις αυθεντικές και αξέχαστες. Οι άνθρωποι της περιοχής, φιλόξενοι και αληθινοί, σε κάνουν να νιώθεις, όχι επισκέπτης, αλλά κομμάτι του τόπου.


Μανούρης Θωμάς