Κείμενο: Νίκος Κακαγιάς
Φωτογραφία Εξώφυλλου: Τάσος Παπαζιός
Επιμέλεια: Χάρης Πουρουζίδης

Ζυγιάστηκε απλώνοντας τις φτερούγες του στον πρωινό ήλιο και πλαγιολισθαίνοντας στο καθοδικό ρεύμα, βούτηξε. Έβλεπε τον ορεινό όγκο που μαύριζε ακαθόριστα από ψηλά να παίρνει μορφή, με τα βράχια να στραφταλιάζουν στο πρωινό φως ανάμεσα στις σκούρες λυγερόκορμες σιλουέτες των ελάτων με τον φιδωτό ελιγμό του δρόμου ανάμεσα τους. Παρακολουθούσε επί ώρα, δύο οχήματα που έκοβαν στις στροφές και του έκανε εντύπωση ο σκοπός τους πρωινιάτικα, μιας και ήταν ολοφάνερο πως δεν ήταν κυνηγοί. Τους έβλεπε να σταματούν σποραδικά και να σκορπίζουν κρατώντας περίεργα μαύρα κουτιά στα χέρια και να ξαναμαζεύονται μετά από λίγο για να επαναλάβουν, την ίδια διαδικασία παρακάτω. Ανέβηκε ψηλότερα και φανερώθηκε μπροστά του η μακριά σκοτεινή σιλουέτα του Μπέλες που νότια του άστραφτε η Κερκίνη και σκέφτηκε την δυστυχία του να είναι γραμμένο στην ειμαρμένη τους να σέρνονται στα χαμηλά αδυνατώντας να ατενίσουν και να αγκαλιάσουν με μια ματιά την μεγαλοσύνη του «όλον». Έπαιξε με το φευγαλέο σύννεφο που βρέθηκε στο διάβα του και πήρε πορεία για γνώριμες συντεταγμένες στα βόρεια εκεί, που διαφεντεύει ο Βαρδάρης. Τους ξανάδε με την άκρη του ματιού του στις σκιές του Μπέλες να μπαίνουν σε κείνα τα παράξενα μορφώματα, που μοιάζουν με ιστό αράχνης και  απλώνονται σαν καρκίνωμα σ όλη την πλάση. Ήξερε πως το ΄λεγαν Πετρίτσι με ένα τρόπο που μόνον οι σοφοί ξέρουν. 

Klyuch (Ключ) Οχυρό Σαμουήλ

Του άρεσε αυτό το κρυφτούλι μιας κι ήταν η πρώτη του φορά που το δοκίμαζε και αποφάσισε να τους ακολουθήσει καθώς τραβούσαν δυτικά, κατά ‘κεί στο ποτάμι. Το ΄ξερε το μέρος γατί εκεί κυνηγούσε απ΄ ανέκαθεν,  κουνέλια. Στιγμιαία πρόλαβε  να δεί  να σταματούν στην συστάδα με τα σκλήθρα και τα πλατάνια καi από ‘κεί στο άνοιγμα. Περίεργος φτερούγισε πάνωθε τους μέχρι που η ματιά του συνάντησε το βλέμμα απόγνωσης και ικεσίας εκείνης της πέτρινης μορφής, που λέγαν οι παλιότεροι, πως πέτρωσε από την λύπη του σαν είδε το θανατικό ανάμεσα σ αυτά τα θλιβερά δίποδα. Πρόλαβε να  δει, έλεγαν οι παλιοί, πριν παραδώσει το πνεύμα, τα υπολείμματα του στρατού του τυφλωμένα, να οδηγούνται από μονόφθαλμους στην οδό της απώλειας. Δεν τους πίστευε τους παλιότερους στις ιστορίες που διηγούνταν καθώς κανείς από τους νέους κάνει, μα τώρα από κοντά κατανόησε όσα ο νους δεν βάνει. «Δεν είναι για μένα αυτά, των ανθρώπων τα σουσούμια, δεν μ΄αφορούν οι ζωές τους,  εξ άλλου τι να περιμένεις από αυτούς που σκοτώνουν τα αδέλφια τους για μια πιθαμή γης».

Petrich (Петрич)

Το Πετρίτσι πρώτη του φορά το παρατηρούσε έτσι, καθώς κούρνιασε στο πιο ψηλό καμπαναριό του. Έβλεπε την περίεργη παρέα του να γυρνοβολά στην σχεδόν άδεια πλατεία που ο πρώιμα ψυχρός βόρειος άνεμος άδειασε, από τα πολύβουα πλήθη. Πήρε το μάτι του να μπαίνουν στο πιο φανταχτερό κτίριο της πλατείας και έδωσε μια και βρέθηκε στα πιο ψηλά κράσπεδα του ουρανού. «Θα σας ξανάβρω» είπε και οι αποκάτω άκουσαν το μακρινό του κρώξιμο.

Petrich Ιστορικό Μουσείο

Ηράκλεια Σιντική (Хераклея Синтика)

Η μέρα ήταν λαμπρή και η πρωινή αχλύς γρήγορα αποχώρησε από το προσκήνιο για να δώσει θέση στην μεγαλειώδη θέα του περίκλειστου κάμπου από τα όρη του Μπέλες στα νότια , του Πιρίν στα δυτικά και της Ρίλας στα βόρεια. Η ματιά του έσκισε τους αιθέρες και πρόλαβε να δεί την παρέα που ακολουθούσε από καπρίτσιο, να μπαίνει σε κάτι χαλάσματα που μόνο δυο τρείς κολώνες τους όρθιες ανάμεσα στις σκόρπιες πέτρες, απέμειναν. «Όρθια κόκκαλα που ασπρίζουν στον ήλιο» σκέφτηκε. Ανέβηκε ψηλά στροβιλιζόμενος στο ανοδικό ρεύμα και με ένα εκπληκτικό βολ πλανέ γλίστρισε προς τα κάτω σε πορεία κρούσης με το άδειο από μαλλιά κρανίο που γυάλιζε εκτυφλωτικά στο φώς. Εκείνος από κάτω σαν από διαίσθηση, γύρισε και ατένισε ψηλά μέχρι που οι ματιές τους έσμιξαν. Δεν ήξερε πως είναι δυνατόν οι ματιές των πουλιών να μοιάζουν τις ανθρώπινες, μα τούτη η ματιά είχε μέσα τους την ίδια φλόγα που έκαιγε και εντός του. Κάτι σαν σεβασμός τον πλημμύρισε και έκπληκτος από τούτη την αποκάλυψη ανέσχεσε πορεία και κούρνιαξε στην κορφή μιας λεύκας. «Τι να ΄λένε άραγε;» για την αρχαία Ηράκλεια σκέφτηκε. «Τι μπορεί να τους λένε οι αρχαίες πέτρες! Τίποτε δεν μένει στις μυλόπετρες του χρόνου πέραν της σκόνης των ψευδαισθήσεων, ανόητοι». Βέβαιος αυτός για την απαρασάλευτη ισχύ των γεγονότων, ανασήκωσε το ράμφος και χίμηξε στην συστάδα, που ΄δε το απρόσεχτο φίδι να λιάζεται στον ζωοδότη .

Bansko (Банско)

Τους πέτυχε καθώς έστριβαν ανατολικά για να βγουν στην δυτική πλευρά του Πιρίν με τα βαθύσκιωτα δάση ερυθρελάτης και την χιονισμένη κορφή του Βίχρεν να αστράφτει στο πρωινό φώς. «Να δείς που πάνε στο Μπάνσκο» σκέφτηκε. « Εμ! Έλληνες δεν είναι! Όλοι τους εκεί ανηφορίζουν. Από την άλλη, δεν χειμώνιασε ακόμη. Παράξενο! Περίεργοι τύποι.» Το Μπάνσκο το χε δει πολλές φορές με τα μιλιούνια των ανθρώπων να κατηφορίζουν τις πλαγιές του γλιστρώντας στο χιόνι με κείνα τα μακριά ξύλα. Αστείοι του φαίνονταν. «Μην γελάς με δαύτους» του ‘χε ορμηνέψει ο παππούς του. «Να τους φοβάσαι πρέπει και από μακριά!» Το διασκέδασε κοροϊδεύοντας μια κουρούνα, που τόλμησε να τον παραβγεί στην πτήση, μέχρι που η κορμοστασιά του Πιρίν φάνηκε από ψηλά εκεί που αραιώνει η ανάσα, μεγαλόπρεπη σ’ όλη της την έκταση. Νότια και ανατολικά έκρυβε τον ορίζοντα η σκιά της Ροδόπης σαν πελώριο τείχος. Στην όχθη της ρεματιάς που χαράκωνε μέχρι ψηλά την πλαγιά του βουνού τους ξανακλείδωσε, να κλώθουν ολόγυρα ανασηκώνοντας συχνά-πυκνά το βλέμμα ψάχνοντας το άπειρο. Μετά το είδε, μα περισσότερο το άκουσε. Σαν θυμωμένο βουητό από μελίσσι έκανε και με ατρόμητη περιέργεια βούτηξε κατά πάνω του. «Εγώ είμαι αφέντης εδώ πάνω» έκρωξε και η κραυγή του αντιλάλησε στην ρεματιά. Άλλη μια, του απάντησε από κάτω όλο απόγνωση και δυστυχία. Πλησίασε και είδε το παράξενο όρνιο που βούιζε θυμωμένα. Ζυγιάστηκε πάνωθε του και άνοιξε τα κράνυχα του για την τελειωτικό του χτύπημα όταν πρόσεξε το ένα και μοναδικό του μάτι. Ακίνητο, χωρίς την θέρμη της ζωής μέσα του, νεκρό θαρρείς, χωρίς φόβο για τα μελλούμενα του. Δεν έμοιαζε μ’ αυτό που έβλεπε σαν ύστατη αναλαμπή στα μάτια των θυμάτων του και πολλές φορές και εξ αιτίας του αναιρούσε την τελεσίδικη απόφαση του. Τούτο ήταν άψυχο, τρομαχτικό στην θέα που τον θωρούσε προκλητικά, αυτόν τον βασιλιά! Τα λόγια του παππού του θυμήθηκε. «Να τους φοβάσαι…» Ταλαντεύτηκε για λίγο και καθώς οι κραυγές απόγνωσης από κάτω έγιναν ουρλιαχτά αποφάσισε πως δεν άξιζε τον κόπο και έδωσε μια και βρέθηκε εκεί, που μήτε γεράκου μάτι τον διέκρινε. Πρόλαβε μετά την καθιερωμένη του αιώρηση να τους δει χωμένους στις σκιές του δάσους και στις γάργαρες ρεματιές που κούρνιαζαν οι φάσες και οι λαγοί μα δεν ανησύχησε, ήξερε πως είχαν χάσει κάθε ικανότητα να παρατηρούν την βαθειά ιστορία του δάσους, πολύ δε περισσότερο, να τρέφονται απ΄αυτό. Τους άφησε όταν ο ήλιος του έστειλε τα τελευταία του χαιρετίσματα, πριν εξαφανιστεί από το προσκήνιο.

Vichren (Вихрен)

Ognyanovo & Leshten (Огняново & Лещен)

Δεν το ‘χε σκοπό να τους ακολουθήσει την τρίτη μέρα, πολύ τους πήγαινε εξάλλου. Τράβηξε νότια εκεί, που σκούραινε η Ροδόπη με τις πορτοκαλόχρωμες οξιές και τις χρυσόφυλλες σημύδες, βαμμένη με τα κορεσμένα ζεστά φθινοπωρινά χρώματα. Δεν το περίμενε και ξαφνιάστηκε σαν είδε τα γνώριμα οχήματα στις ομίχλες του Ογκνιάνοβο εκεί που το νερό μυρίζει, να τριγυρνούν μυστήρια με τα κουτιά στα χέρια. Δεν τους είδε να γυμνώνονται όπως χιλιάδες άλλους, για να χωθούν στα ασθμαίνοντα νερά παρά να τριγυρίζουν ψάχνοντας ποιος ξέρει, τι. Απόρησε με την μανία τους και τους ακολούθησε σαν πήραν τον φιδωτό δρόμο για τα ψηλά εκεί που είναι οι γερακοφωλιές με τα παλιά πετρόχτιστα που εσχάτως τα ξανάδε να ανακάμπτουν από το θάνατο της λήθης και τουλάχιστον αρκετά απ’ αυτά, να ξαναβρίσκουν την παλιά τους όμορφη θωριά. Στο Λέστεν κυνηγούσε κι αυτός σαν ανέβαινε η ζέστη, φίδια κι αρουραίους που εύρισκε στα γκρεμίσματα. «Μπα !» μονολόγησε «δεν είναι εδώ για τέτοιο σκοπό. Μάλλον θα τριγυρνούν στα καλντερίμια με τα μαύρα κουτιά στα μάτια ψάχνοντας, όπως έκαναν όλες τούτες τις μέρες». Δεν διαψεύστηκε και βαριεστημένα άλλαξε πορεία κατεβαίνοντας ανατολικά.

Pirin (Пирин‎‎)

Ο ήλιος ήταν σε καθοδική πορεία όταν τα δύο οχήματα σταμάτησαν για καύσιμα λίγο πριν τα σύνορα. Η παρέα άπλωσε ράθυμα τα πόδια της στον ήλιο και αφέθηκε στα αρώματα του καφέ και της αναπόλησης όταν ο φαλακρός της παρέας σηκώνοντας το κεφάλι προς τον ουρανό αναφώνησε. « Ρε ‘σείς, αυτός ο αετός μας ακολουθεί σ΄όλο το ταξίδι μας. Βάζω στοίχημα πως είναι ο ίδιος που χίμηξε στο drone μας στο Πιρίν». Ανασήκωσαν όλοι τα μάτια με περιέργεια που τάχιστα μετασχηματίστηκε σε απορημένη καχυποψία για την αντιληπτικά ικανότητα που γηραιού και πάραυτα ακούστηκε η περιπαιχτική ερώτηση του Δάνη.

-Που τον είδες τον αετό ρε Νικόλα;

-Μάλλον η φαντασία σου πετάει, αδελφέ…»