Φωτογραφίες – Κείμενο
Χάρης Πουρουζίδης

Τί μας ωθεί να ερωτευτούμε ένα τόπο; Είναι η ομορφιά του; Η ιστορία του; Η απόδραση από τη ρουτίνα; Ή κάτι άλλο, άρρητο αλλά δυνατό, που μας διαπερνά τη στιγμή που τον πατήσουμε; Πέρασαν πάνω από τρεις μήνες από το ταξίδι μου στη Βενετία κι όμως η ανάμνησή της δεν ξεθώριασε. Βρέθηκα εκεί ως συνοδός της κόρης μου στη συμμετοχή της στο φολκλορικό φεστιβάλ του Jesolo μα πέραν τούτου η επίσκεψη αυτή μεταμορφώθηκε σε μια ευκαιρία για προσωπική ενδοσκόπηση που ήταν αναμενόμενη από καιρό.

«Η Βενετία δεν είναι αυτό που δείχνει,
είναι αυτό που κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα.»
Dorothy Bohm
Photographer
Έξι το πρωί και το βαπορέτο για την Βενετία σχεδόν άδειο. Οι λιγοστοί επιβάτες τού άνθρωποι του μόχθου που η μέρα τους ξεκινά αχάραγα κι εγώ ένας ξένος με τη μηχανή στο χέρι με τη βροχή να μου ψιθυρίζει: «ξεκίνα». Οι δρόμοι μουσκεμένοι, άδειοι, σαν σκηνή πριν από την είσοδο των ηθοποιών. Η Βενετία αγαπιέται με βροχή» μου είχε πει κάποτε κάποιος και εκεί μπροστά στην πλατεία του Αγίου Μάρκου η προφητεία επαληθεύτηκε. Οι γέφυρες, τόσες γέφυρες, ένωναν όχι μόνο νησιά, αλλά στιγμές, σκέψεις, εποχές. Χάθηκα κι εγώ σαν άλλος Θησέας σε αυτόν τον θαυμαστό λαβύρινθο που η κάθε του γωνιά ήταν και μια διαφορετική εμπειρία και εξιτάριζε τον φωτογραφικό μου οίστρο, αναζωπυρώνοντας το πάθος μου για εικόνες που από καιρό έμοιαζε να είχε πέσει σε λήθαργο. Τα πόδια μου ένιωθα να φτερουγίζουν με το πνεύμα της εξερεύνησης του Μάρκο Πόλο, και στην καρδιά μου να φυσά η ερωτική πνοή του Τζιάκομο Καζανόβα για την ατμόσφαιρα αυτής της μαγική πόλης. Η φωτογραφία εκείνο το πρωί δεν ήταν καταγραφή μα έμοιαζε με ανάμνηση πριν καν συμβεί. Κάθε κλικ ήταν σαν να ήθελα να κρατήσω κάτι που ήδη έφευγε.

Το μυαλό μου γέμιζε με σκέψεις όπως και η μηχανή μου με εικόνες. Οι φωτογραφίες που τραβούσα έγιναν η βάση για κάτι διαφορετικό πέραν της εικόνας. Έγιναν θραύσματα ενός ρυθμού που δεν μπορούσα ακόμα να ονομάσω μα σιγά-σιγά συνειδητοποίησα. Γινόμουν ένα με τη ζωή των βιαστικών περαστικών, των σερβιτόρων και των μικρών μαθητών που έτρεχαν για το σχολείο, πριν τους προφτάσει το τέλος του πρωϊνού γεύματος των ξενοδοχείων με ότι αυτό επιφυλάσσει.

Κάπου εκεί, μέσα σ’ αυτό το υγρό τοπίο, τη ματιά μου κέρδισε ένας ηλικιωμένος κύριος, ντυμένος σαν να ήξερε πως κάποιος θα τον φωτογραφίσει. Του ζήτησα ένα πορτραίτο. Μου το πρόσφερε με ένα χαμόγελο που ακόμα κουβαλάω. Όταν του έδειξα τη φωτογραφία, τα μάτια του λαμπύρισαν. Μια αγκαλιά. Ένα ευχαριστώ. Και μια λάθος διεύθυνση email. Δεν πειράζει. Μερικές συναντήσεις προορίζονται να μείνουν εκεί που ανήκουν: στη στιγμή. Μόνο που αυτή η αυθόρμητη και ολιγόλεπτη συνάντηση είχε ακόμα μια ιστορία να μου αποκαλύψει. Αργότερα, παρατηρώντας προσεκτικά τη φωτογραφία, διέκρινα την επιγραφή πίσω του: η είσοδος της Galleria του Palazzo Cini. Έψαξα. Επικοινώνησα με το Ίδρυμα. Και έμαθα ότι ο άνθρωπος που φωτογράφισα ήταν ο κύριος Teso, επί χρόνια προσωπικός συνοδός του Κόμη Vittorio Cini (ιδρυτή του Ιδρύματος Cini), και μετέπειτα φροντιστής του παλατιού που στεγάζει τη γκαλερί. Η μορφή του απέκτησε νέο βάθος. Δεν ήταν απλώς μια αυθεντική βενετσιάνικη φιγούρα. Ήταν φορέας μνήμης, φροντιστής ενός πολιτισμικού θησαυρού. Ένας άνθρωπος που υπηρέτησε τη σιωπή της Ιστορίας και που η φωνή της μοίρας, σε όποιον σε αυτή πιστεύει, με τράβηξε κοντά του.
Όταν ήρθαν οι υπόλοιποι, το χορευτικό, οι φίλοι, η κόρη μου, η πόλη άλλαξε. Έγινε ένας σύγχρονος πύργος της Βαβέλ. Τουριστική και αποπνικτική. Κάθισα σε ένα παγκάκι στην προβλήτα και το καλοσκέφτηκα. Αυτός ο τόπος που με τόση μαεστρία οικοδομήθηκε πάνω στο νερό για λόγους επιβίωσης 1500 χρόνια πριν, εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο της Ευρώπης. Έγινε πόλος έλξης πλούτου, τέχνης και εξουσίας και προσελκύει αδιαλείπτως χιλιάδες επισκέπτες για διαφορετικούς λόγους. Η ίδια η ιστορία λοιπόν επιτάσσει την πόλη να είναι πολύβουη και ταραχώδης με τα μιλιούνια των ανθρώπων να κινούνται σε δρόμους και κανάλια. Ναι στην αρχή με ενοχλούσε η πολυκοσμία, μέχρι που το κατάλαβα. Είμαι κι εγώ ένας ακόμα προσκυνητής της ίδιας αυτής ομορφιάς, ευτυχής που είχα ήδη κρατήσει τη δική μου Βενετία. Αυτή της βροχής. Την πρωινή και άδεια. Την αληθινή.

Την επόμενη μέρα ο πρωινός ουρανός με υποδέχτηκε για άλλη μια φορά με υπέροχα χρώματα και δράμα για να ακολούθησει το Burano, το Torcello και το Murano των φημισμένων υαλουργών. Χωριουδάκια που έμοιαζαν να ξεπήδησαν από τον καμβά του Τισιάνο. Πολύχρωμα, ήσυχα, σαν σκηνικό που περιμένει κάποιο παλιό τραγούδι. Περπάτησα αργά. Όχι μόνο για να φωτογραφίσω, αλλά για να θυμηθώ πώς είναι να παρατηρείς χωρίς σκοπό. Και είναι όμορφο να κοιτάς τον κόσμο γύρω σου. Τόσο για τις εικόνες του όσο και για τις αλήθειες και τα ψέματα που μπορεί να κρύβουν αυτές. Είδα τα σύννεφα να κινούνται αργά και να χορεύουν από κάτω οι απλωμένες μπουγάδες των νοικοκυρών. Χαμόγελα που ψάχνουν διεξόδους και δρόμους αιωνόβιους που ξεδίψασαν από τη φθινοπωρινή βροχή. Σκιές στους τοίχους να κοροϊδεύουν τους περαστικούς, πέτρινους θρόνους που ξεπαγιάζουν πισινούς και ρυτίδες σε πρόσωπα που απορούν ακόμα και τώρα. 

Jesolo

Burano

Torcello & Murano

To βράδυ της παράστασης ακολούθησα τα βήματά της. Η προετοιμασία. Η πορεία προς την πλατεία. Ο χορός. Η στιγμή που η νέα γενιά παίρνει τη σκυτάλη, όχι μόνο της παράδοσης, αλλά του ίδιου του χρόνου. Ένιωσα κάτι να αλλάζει μέσα μου. Σαν να μην ήμουν πια αυτός που δείχνει τον δρόμο. Αλλά αυτός που τον φωτίζει για λίγο και σβήνει αθόρυβα πίσω της. Δεν υπάρχουν φωτογραφίες από τον χορό. Κάποια πράγματα δεν τα φυλακίζεις σε κάδρο. Τα αφήνεις να σε διαπεράσουν. Όπως ένα βήμα που δεν σε ακολουθεί πια, αλλά σε ξεπερνά. Και κάπου εκεί κατάλαβα: Δεν ταξίδεψα για να δω τη Βενετία. Ταξίδεψα για να τη νιώσω να περνά από μέσα μου.