Φωτογραφίες – Κείμενο
Χάρης Πουρουζίδης
Τί μας ωθεί να ερωτευτούμε ένα τόπο; Είναι η ομορφιά του; Η ιστορία του; Η απόδραση από τη ρουτίνα; Ή κάτι άλλο, άρρητο αλλά δυνατό, που μας διαπερνά τη στιγμή που τον πατήσουμε; Πέρασαν πάνω από τρεις μήνες από το ταξίδι μου στη Βενετία κι όμως η ανάμνησή της δεν ξεθώριασε. Βρέθηκα εκεί ως συνοδός της κόρης μου στη συμμετοχή της στο φολκλορικό φεστιβάλ του Jesolo μα πέραν τούτου η επίσκεψη αυτή μεταμορφώθηκε σε μια ευκαιρία για προσωπική ενδοσκόπηση που ήταν αναμενόμενη από καιρό.
Το μυαλό μου γέμιζε με σκέψεις όπως και η μηχανή μου με εικόνες. Οι φωτογραφίες που τραβούσα έγιναν η βάση για κάτι διαφορετικό πέραν της εικόνας. Έγιναν θραύσματα ενός ρυθμού που δεν μπορούσα ακόμα να ονομάσω μα σιγά-σιγά συνειδητοποίησα. Γινόμουν ένα με τη ζωή των βιαστικών περαστικών, των σερβιτόρων και των μικρών μαθητών που έτρεχαν για το σχολείο, πριν τους προφτάσει το τέλος του πρωϊνού γεύματος των ξενοδοχείων με ότι αυτό επιφυλάσσει.
Την επόμενη μέρα ο πρωινός ουρανός με υποδέχτηκε για άλλη μια φορά με υπέροχα χρώματα και δράμα για να ακολούθησει το Burano, το Torcello και το Murano των φημισμένων υαλουργών. Χωριουδάκια που έμοιαζαν να ξεπήδησαν από τον καμβά του Τισιάνο. Πολύχρωμα, ήσυχα, σαν σκηνικό που περιμένει κάποιο παλιό τραγούδι. Περπάτησα αργά. Όχι μόνο για να φωτογραφίσω, αλλά για να θυμηθώ πώς είναι να παρατηρείς χωρίς σκοπό. Και είναι όμορφο να κοιτάς τον κόσμο γύρω σου. Τόσο για τις εικόνες του όσο και για τις αλήθειες και τα ψέματα που μπορεί να κρύβουν αυτές. Είδα τα σύννεφα να κινούνται αργά και να χορεύουν από κάτω οι απλωμένες μπουγάδες των νοικοκυρών. Χαμόγελα που ψάχνουν διεξόδους και δρόμους αιωνόβιους που ξεδίψασαν από τη φθινοπωρινή βροχή. Σκιές στους τοίχους να κοροϊδεύουν τους περαστικούς, πέτρινους θρόνους που ξεπαγιάζουν πισινούς και ρυτίδες σε πρόσωπα που απορούν ακόμα και τώρα.
To βράδυ της παράστασης ακολούθησα τα βήματά της. Η προετοιμασία. Η πορεία προς την πλατεία. Ο χορός. Η στιγμή που η νέα γενιά παίρνει τη σκυτάλη, όχι μόνο της παράδοσης, αλλά του ίδιου του χρόνου. Ένιωσα κάτι να αλλάζει μέσα μου. Σαν να μην ήμουν πια αυτός που δείχνει τον δρόμο. Αλλά αυτός που τον φωτίζει για λίγο και σβήνει αθόρυβα πίσω της. Δεν υπάρχουν φωτογραφίες από τον χορό. Κάποια πράγματα δεν τα φυλακίζεις σε κάδρο. Τα αφήνεις να σε διαπεράσουν. Όπως ένα βήμα που δεν σε ακολουθεί πια, αλλά σε ξεπερνά. Και κάπου εκεί κατάλαβα: Δεν ταξίδεψα για να δω τη Βενετία. Ταξίδεψα για να τη νιώσω να περνά από μέσα μου.





























































































