Φωτογραφία εξώφυλλου: Δημοσθένης Γαρατσίδης
Κείμενο: Δημοσθένης Γαρατσίδης
Η εύφορη μακεδονική γη κρατάει καλά κρυμμένα πολλά μυστικά. Ένα από αυτά αποκαλύφθηκε το 1994, λίγο έξω από τη Θεσσαλονίκη, στον οικισμό του Αγίου Αθανασίου. Η αρχαιολόγος Μαρία Τσιμπίδου-Αυλωνίτη και οι συνεργάτες της ανέσκαψαν έναν μακεδονικό τάφο, δυστυχώς συλημένο από την αρχαιότητα. Ευτυχώς όμως, οι καλά σωζόμενες τοιχογραφίες της πρόσοψης μας λένε πολλά για τη ζωή στην αρχαία Ελλάδα. Μετά από τις κατάλληλες εργασίες συντήρησης και ανάδειξης ,ευτυχώς το μνημείο σήμερα είναι επισκέψιμο. Ο συγκεκριμένος μονοθάλαμος μακεδονικός τάφος έχει καμαρωτή στέγη και πρόσοψη δωρικού ρυθμού.
Στην πλειονότητα των αρχαίων μακεδονικών τάφων, το κεντρικό στοιχείο είναι ο ίδιος ο νεκρός, καθώς προβάλλονται η κοινωνική του θέση, οι αξίες και οι αρετές του. Έτσι κι εδώ, σύμφωνα με τα ευρήματα που υποδεικνύουν ότι ο τάφος πιθανότατα ανήκει σε έναν βασιλικό εταίρο, στην τοιχογραφία προβάλλεται το ένδοξο στρατιωτικό παρελθόν του.
Στο αέτωμα έχουμε έναν χρυσαφένιο δίσκο, πλαισιωμένο από δυο γρύπες εραλδικά τοποθετημένους.
«ὀξυστόμους γὰρ Ζηνὸς ἀκραγεῖς κύνας γρῦπας φύλαξαι…»
(Να φυλάγεσαι από τους Γρύπες, τα κοφτερά σαν σπαθί σκυλιά του Δία που δεν βγάζουν φωνή…)
– Αισχύλος: Προμηθεύς Δεσμώτης
Εντυπωσιακή είναι η ζωγραφική παράσταση ενός συμποσίου στη ζωφόρο. Μια ολόκληρη σκηνή ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μας, δεν βλέπουμε απλώς μια στιγμή, αλλά μια ιστορία.
Στα αριστερά της τοιχογραφίας, μια παρέα νεαρών, εύθυμων ιππέων με τους πεζούς συνοδούς τους κρατάνε δάδες για να βλέπουν στο σκοτάδι και αγγεία με κρασί, δηλώνοντας τη δική της συμμετοχή στο συμπόσιο. Φορούν στεφάνια στο κεφάλι, κάτι που υποδεικνύει ότι καταφθάνουν από κάποιο άλλο συμπόσιο , πρόκειται για τον περίφημο «κώμο».
Στο κέντρο της εικόνας δεσπόζει το συμπόσιο, πιθανόν στην αυλή της κατοικίας ενός επιφανούς Μακεδόνα, ενός αξιωματικού και πιθανού συμπολεμιστή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Οι καλεσμένοι είναι ισότιμοι σύντροφοι του οικοδεσπότη.
Στα αριστερά διακρίνεται το λεγόμενο κυλικείο, το έπιπλο όπου είναι ακουμπισμένα όλα τα απαραίτητα σκεύη για το συμπόσιο (κρατήρας, υδρία, ομφαλωτές φιάλες κ.τ.λ.). Δίπλα, ο νεαρός οινοχόος στέκεται έτοιμος να σερβίρει, ενώ οι έξι συμποσιαστές, ξαπλωμένοι στα ανάκλινδρα, απολαμβάνουν εκλεκτά εδέσματα (ρόδια, σταφύλια, αυγά κ.τ.λ.) και κρασί.
Αν και έχει επικρατήσει η άποψη ότι οι μακεδόνες κατανάλωναν μεγάλες ποσότητες άκρατου οίνου σε σχέση με τους Έλληνες της νότιας Ελλάδας τα διάφορα αρχαιολογικά ευρήματα μας κάνουν να αναθεωρήσουμε. Όπως μας λέει η Δρα Αγγελική Κοτταρίδη τα βασιλικά σκεύη του συμποσίου στον τάφο του Φιλίππου Β΄ είναι πολύ πιο μικρά από τα αντίστοιχα Αθηναϊκά. Σύμφωνα με τη μακεδονική παράδοση, δικαίωμα να συμμετέχουν στα συμπόσια κατακεκλιμένοι είχαν μόνο όσοι είχαν καταφέρει να θηρεύσουν αγριόχοιρο χωρίς τη χρήση δικτύου κατά την διάρκεια της εφηβείας τους, διαφορετικά παρίσταντο όρθιοι ή καθόντουσαν σε σκαμνί (όπως ο βασιλιάς Κάσσανδρος).
Τα συμπόσια στην αρχαία Ελλάδα ήταν ένας θεσμός όπου οι άνδρες διασκέδαζαν, συζητούσαν διάφορα θέματα και εξιστορούσαν τα πολεμικά τους κατορθώματα. Οι μόνες γυναίκες που μπορούσαν να παρίστανται ήταν οι εταίρες και οι καλλιτέχνιδες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, βλέπουμε μια αυλήτρια και μια κιθαρίστρια πολυτελώς ντυμένη, καθισμένη στα αριστερά του οικοδεσπότη.
Δεξιά και αριστερά της θύρας του νεκρικού θαλάμου, δύο συμπολεμιστές του νεκρού, ζωγραφισμένοι σχεδόν σε φυσικό μέγεθος, στέκονται θλιμμένοι, ακουμπισμένοι πάνω στις σάρισές τους. Φορούν στο κεφάλι την καυσία .Το παραδοσιακό αυτό μακεδονικό κάλυμμα κεφαλής αποτέλεσε σήμα κατατεθέν των στρατιωτών του Μεγάλου Αλεξάνδρου και ταξίδεψε μαζί τους μέχρι την Ανατολή, όπου επιβιώνει ως σήμερα (γνωστό ως πακόλ στο Αφγανιστάν και το Πακιστάν). Στα πόδια μακριές κρηπίδες(μπότες) και το σώμα τους καλύπτεται από τη βαριά χλαμύδα, πορπωμένη στον δεξιό ώμο. Από πάνω τους κρέμονται δύο οπλιτικές ασπίδες: η μία φέρει απεικόνιση Γοργονείου «ωραίου τύπου» και η άλλη τον φτερωτό κεραυνό του Δία. Είναι οι αιώνιοι φρουροί του νεκρού Μακεδόνα πολεμιστή.Αξίζει να παρατηρήσετε τα ζωγραφισμένα καρφιά που κρέμονται οι ασπίδες, δημιουργούν μια απόλυτα ρεαλιστική εικόνα.
Ο ζωγράφος χρησιμοποίησε ζωντανές χρωστικές ,όπως το λαμπερό αιγυπτιακό κυανό, τη βαθιά πορφύρα και τη χρυσή ώχρα, δίνοντας κίνηση και μια σχεδόν θεατρική αίσθηση στις μορφές, ξεπερνώντας την αυστηρή τετραχρωμία της εποχής. Παράλληλα, ιδιαίτερη μνεία αξίζει στην προσπάθειά του να αποδώσει την τρίτη διάσταση (προοπτική) ,κάτι που μπορεί να θεωρείται αυτονόητο σήμερα, αλλά ήταν πρωτοποριακό για την αρχαιότητα.
Η ζωγραφική παράσταση του μνημείου ισορροπεί αριστοτεχνικά ανάμεσα στις χαρές της επίγειας ζωής και τη μελαγχολία του αποχωρισμού. Δεν πρόκειται για μια απλή διακόσμηση, αλλά για έναν βαθύ στοχασμό πάνω στο πέρασμα από τη μέθη της ζωής στη σιωπή του θανάτου. Ο νεκρός αξιωματικός, ένας πιθανός εταίρος που έζησε το μεγαλείο των μακεδονικών εκστρατειών, πέρασε στην αιώνια μνήμη μέσα από μια μοναδική τοιχογραφία που μας μιλάει καθαρά ακόμα και σήμερα, 2.300 χρόνια μετά.
«…εἰς Ἅιδου γὰρ ἀγαγόντες τῷ λόγῳ καὶ κατακλίναντες καὶ συμπόσιον τῶν ὁσίων κατασκευάσαντες ἐστεφανωμένους ποιοῦσιν τὸν ἅπαντα χρόνον ἤδη διάγειν μεθύοντας, ἡγησάμενοι κάλλιστον ἀρετῆς μισθὸν μέθην αἰώνιον…» — Πλάτων (Πολιτεία 363c-d)
Βιβλιογραφία:
- Κοτταρίδη, Α. Μακεδονικοί θησαυροί: μια περιήγηση στο μουσείο των βασιλικών τάφων των Αιγών.
- Πλάντζος, Δ. Ελληνική τέχνη και αρχαιολογία.
- Πλάντζος, Δ. Η τέχνη της ζωγραφικής στον αρχαιοελληνικό κόσμο.
- Τσιμπίδου-Αυλωνίτη, Μ. Μακεδονικοί τάφοι στον Φοίνικα και στον Άγιο Αθανάσιο Θεσσαλονίκης.